Ιστορία του ακρόπρωρου

0

 Του καθηγητή Πέτρου Θέμελη

Η ιστορία του ακρόπρωρου είναι άρρηκτα δεμένη με την ιστορία της ναυσιπλοΐας. Οι ρίζες του χάνονται στα βάθη της προϊστορίας και προχωρούν παράλληλα με εκείνες των πρώτων “θαλάσσιων ξύλων” που έφεραν σε επαφή τους στεριανούς με το υγρό στοιχείο, τους μεγάλους πλωτούς ποταμούς αρχικά και την ανοιχτή θάλασσα σε συνέχεια.

Οι κάτοικοι των παράκτιων περιοχών του ελλαδικού χώρου γνώρισαν τη θάλασσα πολύ πριν ασχοληθούν με τη βοσκή των ζώων και την καλλιέργεια της γης. Από την ένατη ήδη προχριστιανική χιλιετία ναυτικοί εξερευνούσαν με τα πλεούμενά τους το Αιγαίο, σε μια εποχή που οι άνθρωποι εξασφάλιζαν ακόμη την τροφή τους κυνηγώντας ή συλλέγοντας καρπούς. Πλέοντας νότια προς το νησί της Μήλου ανακάλυψαν ένα σκουρόχρωμο στιλπνό και σκληρό ηφαιστειακό πέτρωμα, τον οψιανό, που το έσπαζαν και το χρησιμοποιούσαν για μαχαίρια, ξύστρες και άλλα εργαλεία. Λεπίδες από αυτό το υαλώδες, στιλπνό και σκληρό υλικό εμφανίζονται στο σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδας την 8η π.Χ. χιλιετία ταυτόχρονα με κόκαλα ψαριών, που μαρτυρούν και αυτά για τη στροφή του ανθρώπου στη θάλασσα. Οι άνθρωποι του Αιγαίου κατασκεύασαν πλοία, πριν ακόμη βγουν από τα σπήλαια και κατασκευάσουν κατοικίες. Ενα από τα δώρα του Προμηθέα στους ανθρώπους, που ως τότε σέρνονταν σαν τα μυρμήγκια μέσα στα ανήλιαγα κοιλώματα των σπηλαίων (Αισχύλος, Προμηθέας Δεσμώτης, 452-3), ήταν τα ιστιοφόρα, τα «θαλασσόπλαγκτα λινόπτερα ναυτίλων οχήματα» με ποικιλόμορφα σύμβολα και εμβλήματα στην πλώρη, την πρύμη ή τα κατάρτια τους. Οι κάτοικοι της Μεσολιθικής περιόδου στη Σκύρο δεν μπορεί παρά να έφτασαν εκεί με πλοία. Από πού έφτασαν στα μεγάλα νησιά της Κρήτης και της Κύπρου οι αγρότες της Νεολιθικής περιόδου, δεν μπορούμε να ξέρουμε, πιθανώς από την Ανατολή. Πάντως, χωρίς αμφιβολία, από τη θάλασσα.

• Οποιος ταξιδεύει σήμερα με πλοίο στο Αιγαίο, ακόμη και κατά τους ήρεμους σχετικά μήνες, μπορεί να φαντασθεί το δέος και τον φόβο που προκαλούσαν σε αυτούς τους πρωτοπόρους ναυτικούς οι ξαφνικοί δυνατοί άνεμοι και οι καταιγίδες. Δεν υπάρχουν όμως στοιχεία που να βοηθούν να αναπλάσουμε με βεβαιότητα τη μορφή των πρωτόγονων πλοίων τους. Η σύγχρονη τεχνολογία ίσως κατορθώσει κάποια μέρα να βρει τα μέσα για τον εντοπισμό και την αποκάλυψη των βυθισμένων κουφαριών τους κάτω από την άμμο ή τη λάσπη του βυθού. Προς το παρόν, για να πάρουμε μια ιδέα των πρώτων εκείνων πλοίων, πρέπει να στραφούμε αναγκαστικά στα μνημεία που μας άφησαν οι παραποτάμιοι πολιτισμοί της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Τα μεγάλα πλωτά ποτάμια, ο Νείλος που εκβάλλει στη Μεσόγειο και οι Τίγρις και Ευφράτης, που ρέουν αδελφωμένοι στον Περσικό Κόλπο, πρόσφεραν τη δυνατότητα στους ψαράδες και τους βαρκάρηδες των γλυκών νερών, να αποτολμήσουν σταδιακά την έξοδο προς την ανοιχτή θάλασσα, κατασκευάζοντας μεγαλύτερα και δυνατότερα πλεούμενα. Οι παλαιότερες απεικονίσεις πλοίων από τις περιοχές αυτές ανάγονται στην 4η π.Χ. χιλιετία. Σε βραχογραφίες της προδυναστικής περιόδου στη Νότια Αίγυπτο και τη Νουβία εικονίζονται πλοία με κουπιά, που το υπερυψωμένο άκρο τους στέφεται από κερασφόρο κεφάλι ζώου. Παρόμοια επίστεψη απαντά και σε βραχογραφία της πρώτης χιλιετίας, στις όχθες της λίμνης Onega της Ρωσίας. Κερασφόρα κεφάλια από ελάφια, αντιλόπες και ταύρους κοσμούν τις πλώρες ή και τις πρύμνες μιας σειράς από χάλκινα ομοιώματα πλοίων του 8ου-7ου αι. π.Χ. κυρίως από τη Σαρδηνία.

• Παραμένει πάντως αβέβαιο, αν σε όλες αυτές τις παραστάσεις έχουμε να κάνουμε με ξυλόγλυπτα κεφάλια ή με πραγματικά κρανία θυσιασμένων ζώων. Ο Βρετανός γεωγράφος James Hornell μας πληροφορεί ότι στην ινδική ακτή Koromantel, στα τέλη του 19ου αι., κατά την καθέλκυση του πλοίου έσφαζαν πρόβατα και έμπηγαν τα κεφάλια τους στην κορυφή της πλώρης, ενώ οι Αραβες κρεμούσαν στην πρύμη τις προβιές των θυσιασμένων αιγοπροβάτων. Σε ιταλικές ψαρόβαρκες αντί για την ίδια την προβιά στερέωναν ομοίωμά της από ξύλο. Το έθιμο αυτό, που κατάγεται από πανάρχαιες λατρευτικές τελετουργίες απαντά και στο χώρο της Μεσογείου στην αρχαιότητα. Ο προομηρικός μύθος για το χρυσόμαλλον δέρας, που οι Αργοναύτες με επικεφαλής τον Ιάσονα άρπαξαν από το βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη με τη βοήθεια της κόρης του Μήδειας έχει πιθανώς σχέση με το έθιμο αυτό. Το πλοίο θεωρείται ζωντανό ον και σε πολλές περιπτώσεις ενσάρκωση της θεότητας, στην οποία και αφιερώνεται κατά την καθέλκυση. Στη διάρκεια της καθέλκυσης θυσιαζόταν ζώο, κατά προτίμηση κερασφόρο (κριός, τράγος, ταύρος), με το αίμα του έραιναν την πλώρη, ενώ το κεφάλι του ή η προβιά του στερεωνόταν στα άκρα του πλοίου. Με αυτό τον τρόπο έδιωχναν τα κακά πνεύματα, καταπράυναν τις προσωποποιημένες και θεοποιημένες δυνάμεις της φύσης και εξασφάλιζαν ούριο άνεμο για το θαλάσσιο ταξίδι τους. Εμβατήρια ονομάζονταν οι θυσίες που προσφέρονταν κατά τον απόπλου πλοίου προς εξευμενισμό των δαιμόνων της θάλασσας στην αρχαία Ελλάδα.

• Σε νεότερες εποχές το αίμα του ζώου αντικαταστάθηκε από κόκκινο κρασί, ενώ από το 18ο αιώνα και μετά ως τα σήμερα, από μια μποτίλια σαμπάνια που θραύεται πάνω στην πλώρη κατά την καθέλκυση από το νονό του καραβιού, συνήθως γυναίκα, που του δίνει το όνομα, το βαπτίζει. Η καθέλκυση ενός πλοίου πολεμικού ή εμπορικού εξακολουθεί να αποτελεί σήμερα σημαντικό γεγονός με κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαστάσεις που συγκεντρώνει χιλιάδες θεατές. Η γιορτή της καθέλκυσης αποτελεί μέρος τέλεσης ενός διαβατήριου εθίμου περάσματος (rite of passage), περάσματος του πλοίου από τη στεριά, τον χώρο δηλαδή του επίγειου ναυπηγείου, στο υγρό στοιχείο της θάλασσας. Η διαδικασία αυτή βαπτίσματος του πλοίου σημαίνει αλλαγή της κατάστασης ενός ανώνυμου και άψυχου πράγματος σε εκείνην ενός επώνυμου και έμψυχου όντος. Στην προσωποποίηση του πλοίου, που εγγίζει τα όρια του ανιμισμού και την ταύτισή του με γυναικείες κατά κανόνα μορφές του μύθου, της λατρείας ή της οικογένειας των ναύκληρων, σημαντικό ρόλο έπαιξε η παρουσία των θηλυκών ακρόπρωρων. Μια ειδική σχέση είχε αναπτυχθεί μεταξύ των ανδρών του πληρώματος και του “θηλυκού” καραβιού, της νηός. 

• Η προβιά αντικαταστάθηκε ήδη στα αρχαία χρόνια από ιερά ράκη που κρέμονται σαν φλάμπουρα από τις στυλίδες των πλοίων ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, από ξύλινες απομιμήσεις της, ενώ το κρανίο του ζώου αντικαταστάθηκε από ξυλόγλυπτες απομιμήσεις που εξελίχτηκαν σταδιακά σε ποικιλόμορφα ακρόπρωρα ή ακρόπρυμνα με κεφάλια ζώων πραγματικών ή φανταστικών και σε ποικίλα σύμβολα και στολίδια. Σε ανατολικούς σφραγιδόλιθους εικονίζονται πλοία με ακρόπρωρα σε σχήμα ανθρώπινης μορφής.

• Ασχετα από τους πρακτικούς σκοπούς που μπορεί να εξυπηρετούσε, το κυκλαδίτικο ψάρι στον ιστό της πρύμνης δεν εικόνιζε απλώς τον κατεξοχήν εκπρόσωπο του φυσικού υγρού στοιχείου, δηλαδή της θάλασσας που πάνω της έπλεε το πλοίο, αλλά αποτελούσε μεταξύ άλλων και σύμβολο ευφορίας, πλούτου, ευτυχίας. Η καλή ψαριά ήταν και εξακολουθεί να είναι σημαντικός οικονομικός παράγοντας για οποιαδήποτε μορφή κοινωνίας. Οπωσδήποτε, τα κυκλαδικά «τηγανόσχημα» σκεύη μας προσφέρουν τις πρωιμότερες στο Αιγαίο απεικονίσεις πλοίων με σύμβολα, προδρόμους των κρητομυκηναϊκών πλοίων. Οι Ευρωπαίοι και οι Αραβες πήραν την πυξίδα από τους Κινέζους, μαρτυρείται ότι οι ναυτικοί χάραζαν την πορεία τους μέσα στη νύχτα και τη θύελλα με ένα σιδερένιο ψάρι που το έτριβαν σαν μαγνήτη για να στρέφεται στο Νότο. Υποστηρίζεται από ορισμένους ότι το ψάρι στην πρύμνη των κυκλαδικών πλοίων ήταν μαγνητική πέτρα πυξίδας σε σχήμα ψαριού. Το μόνο πάντως που μπορούμε να πούμε για τα περίεργα πήλινα πρωτοκυκλαδικά σκεύη, φορείς των εγχάρακτων πλοίων με το ψάρι, είναι ότι δεν ήταν τηγάνια, frying pans όπως τα ονομάζουν οι αγγλόφωνοι.

Share.

About Author

Leave A Reply