Το Γαλαξείδι

0

 Γράφτηκε από την 

Mου δόθηκε, πριν αρκετά χρόνια, η ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά το ιερό των Δελφών, τη Φωκίδα ολόκληρη, την πόλη της Αμφισσας, αρχαία και νεότερη, και κυρίως το Γαλαξείδι και τη ναυτική του παράδοση.

Kαι όταν λέω να γνωρίσω, δεν εννοώ μόνο τον τόπο και τα μνημεία, αρχαία και νεότερα, αλλά κυρίως τους ανθρώπους. H αλήθεια είναι ότι από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μου με τον τόπο αυτό της δυτικής Λοκρίδας με κέρδισαν η Αμφισσα και το Γαλαξείδι. H συνεχής κάθοδός μου από τους Δελφούς στον ελαιώνα και τη θάλασσα ήταν ένα είδος φυγής από τον αυστηρό χώρο της επαγγελματικής λογικής στον πιο οικείο των συναισθημάτων, της νεοελληνικής ιστορίας, αλλά και της καθημερινής νεοελληνικής πραγματικότητας. Mε γοήτευσε το μελαγχολικό Γαλαξείδι με τα μισοερειπωμένα τότε καπετανόσπιτα, το κάστρο, ο Aϊ-Nικόλας, τα λιμανάκια, το ρεβανί από ρύζι, η θέρμη της ατμόσφαιρας και των ανθρώπων, οι κατάμαυροι στιλπνοί οψιανοί της Μήλου που μάζευα στις παραλίες. Tα καράβια και τα ακρόπρωρα σφράγισαν έκτοτε ανεξίτηλα τα ενδιαφέροντά μου για τη θάλασσα, ξύπνησαν ταυτόχρονα μέσα μου τη νησιωτική καταγωγή των γονιών μου. 

Το Γαλαξείδι αναγεννιόταν και αναγεννιέται συνεχώς μέσα από τις στάχτες του, χάρη στο δυναμισμό, την επιμονή και την πίστη των κατοίκων του. Από το 1830 ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα διαρκεί η ύστατη λαμπρή εποχή της ιστιοφόρου ναυτιλίας της ναυτικής πολιτείας. Οταν ο βασιλιάς Οθωνας την επισκέφτηκε το 1834 έμεινε κατάπληκτος, βλέποντας τα μεγάλα καπετανόσπιτα και την πολυτέλεια της υποδοχής που του επεφύλαξαν οι ταξιδεμένοι και γλωσσομαθείς Γαλαξειδιώτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα πρώτα Καποδιστριακά σχολεία χτίζεται στο Γαλαξείδι. Τα όσα γράφονται στην εφημερίδα “Παρνασσός” του 1872 και όσα περιγράφει ο δούκας Ludwig Salvator στο βιβλίο του, που τυπώνεται στην Πράγα το 1876, αποτελούν τον έσχατο ύμνο, το κύκνειο άσμα για το ακμαίο και ένδοξο Γαλαξείδι. Το 1880 χτίζεται το Παρθεναγωγείο, το 1882 κυκλοφορεί το διάγραμμα ρυμοτομίας της πόλης, το 1897 αρχίζει να κτίζεται ο Αγιος Νικόλαος στη θέση παλαιάς εκκλησίας.

Οι Γαλαξειδιώτες δεν συμβιβάστηκαν με τον ατμό, δεν συμβάδισαν με το πνεύμα του νέου αιώνα. Τα καρνάγια χορτάριασαν στις αρχές του 20ού αιώνα, η παρακμή είχε απλώσει τα φτερά της πάνω στη ναυτική πολιτεία που με αξιοπρέπεια μάζεψε τα πανιά των καραβιών της και σιωπηλή δέχτηκε τα δεινά των πολέμων που έπληξαν την πατρίδα. Το 1904 χτίζεται το τελευταίο μεγάλο αρχοντικό, το Σιδηροπουλέικο στον Χηρόλακα. Από το 1950 και μετά οι Γαλαξειδιώτες άρχισαν να ξαναγυρίζουν στο ρημαγμένο τόπο τους και να επισκευάζουν τα αρχοντικά τους. Η ζωή ξαναγύρισε στο Γαλαξείδι με τελείως διαφορετικό, ωστόσο, χαρακτήρα. Οπως γλαφυρά έγραφε ο αείμνηστος Νίκος Σταθάκης, «κάθε χρόνο, ο Αύγουστος βρίσκει τον όρμο του Γαλαξειδιού γεμάτο από σύγχρονα ιστιοφόρα κάθε είδους που δεμένα πριμάτσες το ένα δίπλα στο άλλο δημιουργούν τη σημερινή κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρά του, με τα πληρώματα, τους επιβάτες και τους πλοιοκτήτες να περιδιαβάζουν ανέμελα στο φαρδύ μόλο και να γεμίζουν τα κέντρα της παραλίας… Σύνθετη πια η ζωή του Γαλαξειδιού που μέσα στην ομορφιά του τοπίου, σφιχτοδεμένη με την παράδοση και τις μνήμες της θάλασσας, παρουσιάζει σύγχρονη εικόνα ναυτικού τουρισμού και προσφορά υπηρεσιών που αποτελούν έλξη για τους αυτόχθονες και τους ξένους επισκέπτες. Το σημερινό Γαλαξείδι είναι ο τόπος που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και προσφέρει απλόχερα ξεκούραση ψυχής και επικουρική απόλαυση για όσους την αναζητούν».

Ο επισκέπτης ανακαλύπτει το δίπολο “πολιτιστική κληρονομιά και νεοελληνική πραγματικότητα”, εισπράττει από τα κτίσματα όχι μόνο την ιστορική και αισθητική τους διάσταση, αλλά μετρά και τον βαθμό ενδιαφέροντος ή αδιαφορίας των Νεοελλήνων διαχειριστών αυτής της κληρονομιάς. Μιας αδιαφορίας καταστροφικής από κάθε άποψη που μας έφερε στο χείλος του γκρεμού σε πολλές περιοχές της χώρας.

Eυτυχώς πολλαπλασιάζονται οι ενεργοί πολίτες, που έχουν άποψη για τα πολιτιστικά πράγματα, γιατί η μοναχική επαγγελματική, ενίοτε στείρα ενασχόληση με την “πατριδογνωσία” ορισμένων, που θεωρούν τον εαυτό τους ως μόνο ειδικό να ομιλεί περί του πολιτισμού, και που σε ακραίες περιπτώσεις αντιμετωπίζουν τα μνημεία ως ιδιοκτησία τους, αδυνατεί να προσφέρει μια διαφορετική σύγχρονη ματιά στο πρόβλημα της πολιτιστικής κληρονομιάς και της προστασίας της.

Οι ντόπιοι, μεγαλωμένοι στο Γαλαξείδι κουβαλάν μέσα τους έντονα τα βιώματα από τη ζωή του τόπου τους, κοντολογίς τον παραδοσιακό πολιτισμό μας και μαζί μ’ αυτά φυσικά το εκτυφλωτικό φως του μεσογειακού ήλιου και το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας του Aιγαίου ως την Κρήτη. Tα ανθρωπογενή και φυσικά αυτά στοιχεία σφράγισαν ανεξίτηλα την προσωπικότητα και τον ψυχισμό τους. Eκφράζουν με το δικό τους τρόπο μια απολύτως σύγχρονη ανθρωπολογική θέση, η οποία αμφισβητεί την παλιά αντίληψη ότι ο “πολιτισμός” ως κουλτούρα (ή πολιτισμικό μόρφωμα) είναι ένα αγαθό που μπορεί κάποιος ειδικός να παρατηρεί εκ του μακρόθεν χωρίς να μετέχει σε αυτό ο ίδιος. H έννοια του πολιτισμού, όπως δέχονται σήμερα οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, διευρύνεται συνεχώς για να συλλάβει όσο γίνεται πιστότερα και ακριβέστερα την κοινωνική πραγματικότητα, συμπεριλαμβανομένης και της “κοινωνίας των σπιτιών και των καραβιών” ως αυτόνομης ενότητας, την ουσία της οποίας μόνο ένα ντόπιος μπορεί να νιώσει και να μεταδώσει.

 

Πέτρος Θέμελης 

Share.

About Author

Leave A Reply